search

ΔΙΕΘΝΗ

Γρατζουνιστές κιθάρες, κοκκώδες μπάσο και οκάδες ατμόσφαιρας συνοδεύουν το πολωνικό σχήμα σε αυτήν του τη βουτιά στα σκοτεινά 1980s, στην οποία βρίσκονται να λεηλατούν τις κρύπτες των Slayer και των Samael...

Label | Hells Headbangers Records
Κυκλοφορία | 9/2018
Βαθμολογία | 7,5

Δύσκολο και άβολο το βήμα που ακολουθεί όποιο έργο θεωρείται ως magnum opus. Στην περίπτωση των Cultes Des Ghoules, ενός από τα σημαντικότερα σχήματα της τρέχουσας δεκαετίας για το black metal, υπάρχει ένα μεγαλεπήβολο Coven, Or Evil Ways Instead Of Love στο πρόσφατο παρελθόν (δείτε εδώ), το οποίο θα απλώνει τη σκιά του ανεξίτηλα επάνω σε κάθε μελλοντική κίνηση. Το πρώτο βήμα μετά το αραβούργημα του 2016 ήταν το περσινό split με τους Sepulchral Zeal, που συνέχισε μια μέτρια ποιοτική παράδοση όσον αφορά τις κυκλοφορίες βραχείας διαρκείας των Πολωνών. Πρώτο λοιπόν κανονικό «τεστ» είναι το φετινό Sinister, Οr Treading Τhe Darker Paths· και βρίσκει ευτυχώς τη μπάντα σε πολύ καλύτερη φόρμα.

Στο Sinister έχουμε επιστροφή στην κανονικότητα: το logo αφήνει τον στιλιζαρισμένο μινιμαλισμό του Coven και επανέρχεται στη ριζωματική παράδοση του παρελθόντος· αντίο και στον παράδοξο ιμπρεσιονισμό του εξωφύλλου του προηγούμενου πονήματος –εδώ οι Cultes Des Ghoules είναι πιο pulp από ποτέ, με ένα χέρι με λεπίδα (που παραδόξως δεν είναι αριστερό –sinister) να θυμίζει εξώφυλλο βιβλίου του Robert Howard ή του Clark Ashton Smith.


Η επάνοδος σε πιο παραδοσιακές φόρμες συνεχίζεται και στην ίδια τη μουσική, ο πρωτόλειος χαρακτήρας της οποίας αποτυπώνεται κυρίαρχος. Το συγκρότημα επιμένει στις μεγάλες διάρκειες, με 4 από τα 5 κομμάτια να ξεπερνάνε τα 10 λεπτά. Το 7λεπτο “Children Of The Moon”, το οποίο λειτουργεί ως intro, ήταν και το πρώτο δείγμα που εμφανίστηκε –αρκετά περίεργο, μιας και η τελετουργική του μονοτονία δεν είναι ενδεικτική, ούτε ακριβώς εμπορική.

Τα υπόλοιπα τραγούδια ακολουθούν τις γνωστές συνθετικές αρχές της μπάντας, με χαλαρές δομές και βάση στην κυκλικότητα. Τα φωνητικά του Mark Οf Τhe Devil παραμένουν ακραία και στεντόρεια, ειδικά όταν πιάνουν υμνική χροιά. Οι κιθάρες αναπτύσσονται και σε ανατολίτικες κλίμακες (με την pulp εσάνς της εξωτικής Ανατολής), ενώ υπάρχουν και πλήκτρα παλιάς κοπής με μαζεμένη παρουσία (κυρίως στους επιλόγους). Κορωνίδα αποτελούν για άλλη μια φορά τα μακροσκελή, υπόγεια θέματα σε υπερηχητικές ταχύτητες: τότε είναι που αναβλύζει ένα αιχμηρά σκοτεινό αίσθημα.

Ο ήχος του δίσκου είναι χαρακτηριστικά θορυβώδης, με γρατζουνιστές κιθάρες και κοκκώδες μπάσο, θαρρείς βγαλμένος από κασέτες τριών δεκαετιών πίσω. Όλα εδώ ακούγονται σαν να έχουν ηχογραφηθεί όχι σε κάποιο στούντιο, αλλά κάτω από νυχτερινή γέφυρα. Υπάρχουν φυσικά και οκάδες ατμόσφαιρας, με αργόσυρτα ανατριχιαστικά σημεία μουρμουρητού και ψελλισμάτων (χαρακτηριστικό το δεύτερο μισό του “The Serenity Of Nothingness”). Τέλος υπάρχει και το καταπληκτικό “When The Rainbow Ends” στο κλείσιμο, με καθαρόαιμα thrash περάσματα και κάποια σημεία με ρυθμικά ψήγματα να θυμίζουν πως τα πρώτα άλμπουμ των Siouxsie & The Banshees ήταν αυθεντικά σκοτεινά. Ένα κομμάτι εφάμιλλο του “Vintage Black Magic” σε δυναμική.

Στιχουργικά παραμένουμε στα λημέρια του Πονηρού, πλέον όμως τα ονόματα και τα πρόσωπα δεν έχουν σημασία –μόνο τα θραύσματα των εμπειριών αυτών που συμμετέχουν σε ανομολόγητα μυστήρια.

Το Sinister μας ταξιδεύει πίσω στα δάση όπου δειπνούν τα ghouls των Necromantia, γύρω από τεράστιες πυρές πάνω σε μεσονύκτιους λόφους. Ένας δίσκος βουτηγμένος στα σκοτεινά 1980s, που λεηλατεί τις κρύπτες των Slayer, των Hellhammer και των Samael. Ένα αυθεντικά Cultes Des Ghoules άλμπουμ, το οποίο συνεχίζει το σερί εξαιρετικών full-length κυκλοφοριών για τους Πολωνούς.