search

MONDAY BLUES

Οι πρωταγωνιστές της σύγχρονης dream pop επιστρέφουν, με έναν δίσκο που θυμίζει τις καλύτερές τους μέρες...

Ο δίσκος της εβδομάδας

Beach House – 7


Ανήκω κι εγώ σε εκείνους που πίστεψαν ότι, μετά από ένα «απλά καλό» Depression Cherry (2015) και ένα μέτριο Thank Your Lucky Stars (2015), το ντούο από τη Βαλτιμόρη είχε αρχίσει να χάνει την έμπνευση εκείνη που γέννησε καταπληκτικούς δίσκους σαν το Teen Dream (2010) και το Bloom (2012).

Ευτυχώς, διαψευστήκαμε. Στον έβδομο δίσκο τους οι Beach House αποδεικνύονται …επτάψυχοι. Έχουμε να κάνουμε με ένα συμπαγές σύνολο κομματιών γεμάτα «γωνίες», αλλά και με βάθος που απαιτεί επανειλημμένες ακροάσεις για να αποκαλυφθεί στην ολότητά του. Δεν υπάρχουν εκπτώσεις για χάρη καμίας προσβασιμότητας, δεν υπάρχει ίχνος δειγμάτων κόπωσης στις συνθέσεις, δεν υπάρχει αυτή η κακώς εννοούμενη «ωριμότητα», η εύηχη εκείνη λέξη που συχνά χρησιμοποιείται ως άλλοθι για να δικαιολογήσει τη δημιουργική ξηρασία που πλήττει τόσες και τόσες μπάντες καθώς παλιώνουν.

Στο 7, οι Beach House ακούγονται παθιασμένοι, σαν έφηβοι που κυκλοφορούν τον πρώτο τους δίσκο. Το διαπιστώνει κανείς στην ανατροπή που συμβαίνει στα μισά του “Dive”, στα «κόντρα» progressions και στην «ανάποδη» ρυθμολογία του υπέροχου “Dark Spring” (το οποίο λοξοδρομεί τόσο πολύ προς shoegaze κατευθύνσεις, που σίγουρα θα έβγαζε νόημα σε δίσκο των My Bloody Valentine), στη γάργαρη μελωδικότητα των “Woo” και “Girl Οf Τhe Year” ή στις τραχιές κιθάρες κοντά στο τελείωμα του “Drunk Ιn L.A.”.

Και κάπως έτσι, το δίδυμο κυκλοφορεί τον καλύτερό του δίσκο από την εποχή του Bloom, ίσως και του Teen Dream. Έναν δίσκο τον οποίον η ιστορία θα τοποθετήσει μαζί με τους δύο προαναφερθέντες ανάμεσα στις κορυφαίες στιγμές του είδους, διαχρονικά. Και φυσικά, ανάμεσα στις σπουδαιότερες κυκλοφορίες του 2018, χωρίς καμία αμφιβολία.



Ακούστε επίσης

Parquet Courts – Wide Awake!

Το θαυμαστικό στον τίτλο, οι φιγούρες που χορεύουν και η πολυχρωμία στο εξώφυλλο είναι ενδεικτικά του τι περιμένουν τον ακροατή όταν πατήσει το play. Στον μάλλον καλύτερό τους δίσκο μέχρι σήμερα, οι Parquet Courts ανεβάζουν τα επίπεδα ενέργειας, γίνονται σε σημεία «χορευτικοί» και ενίοτε δοκιμάζονται σε αποχρώσεις του rock φάσματος με τις οποίες δεν είχαν επαφή μέχρι σήμερα –από psychedelic rock, μέχρι dance punk. Το άλμπουμ είναι εντυπωσιακά πλούσιο σε καλό υλικό, δουλεμένο σε επίπεδο συνθέσεων όσο κανένα άλλο στον κατάλογο της αμερικάνικης μπάντας, ενώ περιέχει μερικές από τις καλύτερες μπασογραμμές που έχουν παιχτεί ή θα παιχτούν στο 2018: αξίζει να ακουστεί σε καλό ηχοσύστημα ή με headphones. Ένας feel-good δίσκος σκέτη απόλαυση από την αρχή μέχρι το τέλος, που απ' ό,τι φαίνεται θα απασχολεί για καιρό.



Arctic Monkeys  – Tranquility Base Hotel + Casino

Η επιστροφή της μεγαλύτερης σύγχρονης μπάντας της Βρετανίας με ένα άλμπουμ που αποτελείται αποκλειστικά από μπαλάντες του Alex Turner, είναι κίνηση τολμηρή. Ανάλογα τολμηρή με εκείνη των Radiohead όταν κυκλοφόρησαν το Kid A μετά από ένα OK Computer ή του Kanye West όταν παρουσίασε το Yeezus έπειτα από ένα My Beautiful Dark Twisted Fantasy.

Η διαφορά της περίπτωσης του Tranquility Base Hotel + Casino συνίσταται αφενός στο ότι πρόκειται για δίσκο που στρέφει το βλέμμα στο παρελθόν και όχι στο μέλλον –η εμμονή του Turner με τη ρετρό αισθητική και το ερμηνευτικό ύφος των crooners έχει περάσει σε άλλο επίπεδο– και αφετέρου στο γεγονός ότι το υλικό δεν είναι αρκετά στιβαρό ώστε να συνεχίσει να απασχολεί το μη σκληροπυρηνικό κομμάτι των ακροατών, όταν το hype καταλαγιάσει.

Παρόλα αυτά, ο δίσκος δεν είναι σε καμία περίπτωση κακός. Οπωσδήποτε επιστρέφει κανείς σε κομμάτια σαν το “Star Treatment”, το “American Sports”, το “Four Out Οf Five” και το ομώνυμο κομμάτι. Σε μια χρονιά που ο χώρος του indie rock γέννησε δίσκους σαν το Freedom των Amen Dunes ή το αριστουργηματικό Twin Fantasy των Car Seat Headrest, το νέο άλμπουμ των Arctic Monkeys δεν θα καταφέρει μεν να τους κρατήσει στην πρώτη γραμμή, ούτε όμως θα τους εξαφανίσει από τον χάρτη.



Courtney Barnett – Tell Me How You Really Feel

«Δύσκολο δεύτερο άλμπουμ» για την Courtney Barnett (αν δεν μετρήσουμε τον δίσκο-συνεργασία με τον Kurt Vile). Το Tell Me How You Really Feel είναι πιο σκοτεινό, πιο στριφνό και σίγουρα πιο δύσπεπτο από εκείνο το άπαιχτο ντεμπούτο του 2015. Λείπει η σπιρτάδα του “Pedestrian At Best”, λείπουν και οι δυνατές μελωδικές στιγμές τύπου “Depreston”. Αυτό που δεν λείπει είναι ο καλοδουλεμένος ήχος και η ουσία που πάντα υπήρχε στους στίχους της Αυστραλής. Η νέα της δουλειά θα μείνει για πάντα στη σκιά του ντεμπούτο, όμως αποτελεί απαραίτητο άκουσμα για όσους δηλώνουν fans της.